Κήρυγμα Κυριακής 09/08/2026 από Ψαλμό ϟστ΄και κατά Λουκά ιδ΄[14] 1-24, ομιλιτής Σωτήρηε Στέργιος.
1 Ψάλατε εἰς τὸν Κύριον άσμα νέον· ψάλατε εἰς τὸν Κύριον, πᾶσα ἡ γῆ.
2 Ψάλατε εἰς τὸν Κύριον· εὐλογεῖτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ· κηρύττετε ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ.
3 Ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ.
4 Διότι μέγας ὁ Κύριος καὶ ἀξιΰμνητος σφόδρα· εἶναι φοβερὸς ὑπὲρ πάντας τοὺς θεούς.
5 Διότι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι εἴδωλα· ὁ δὲ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ἐποίησε.
6 Δόξα καὶ μεγαλοπρέπεια εἶναι ἐνώπιον αὐτοῦ· ἰσχὺς καὶ ὡραιότης ἐν τῷ ἁγιαστηρίῳ αὐτοῦ.
7 Ἀπόδοτε εἰς τὸν Κύριον, πατριαὶ τῶν λαῶν, ἀπόδοτε εἰς τὸν Κύριον δόξαν καὶ ἰσχύν.
8 Ἀπόδοτε εἰς τὸν Κύριον τὴν δόξαν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ· λάβετε προσφορὰς καὶ εἰσέλθετε εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ.
9 Προσκυνήσατε τὸν Κύριον ἐν τῷ μεγαλοπρεπεῖ ἁγιαστηρίῳ αὐτοῦ· φοβεῖσθε ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, πᾶσα ἡ γῆ.
10 Εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν, Ὁ Κύριος βασιλεύει· ἡ οἰκουμένη θέλει βεβαίως εἶσθαι ἐστερεωμένη· δὲν θέλει σαλευθῆ· αὐτὸς θέλει κρίνει τοὺς λαοὺς ἐν εὐθύτητι.
11 Ἄς εὐφραίνωνται οἱ οὐρανοί, καὶ ἄς ἀγάλλεται ἡ γῆ· ἄς ἠχῇ ἡ θάλασσα καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.
12 Ἄς χαίρωσιν αἱ πεδιάδες καὶ πάντα τὰ ἐν αὐταῖς· τότε θέλουσιν ἀγάλλεσθαι πάντα τὰ δένδρα τοῦ δάσους
13 ἐνώπιον τοῦ Κυρίου· διότι ἔρχεται, διότι ἔρχεται διὰ νὰ κρίνῃ τὴν γῆν· θέλει κρίνει τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὑτοῦ.
1Και ότε ήλθεν αυτός εις τον οίκον τινός των αρχόντων των Φαρισαίων το σάββατον διά να φάγη άρτον, εκείνοι παρετήρουν αυτόν.
2Και ιδού, άνθρωπός τις υδρωπικός ήτο έμπροσθεν αυτού.
3Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς τους νομικούς και Φαρισαίους, λέγων· Είναι τάχα συγκεχωρημένον να θεραπεύη τις εν τω σαββάτω;
4Οι δε εσιώπησαν. Και πιάσας ιάτρευσεν αυτόν και απέλυσε.
5Και αποκριθείς προς αυτούς είπε· Τίνος υμών ο όνος ή ο βους θέλει πέσει εις φρέαρ, και δεν θέλει ευθύς ανασύρει αυτόν εν τη ημέρα του σαββάτου; Και αποκριθείς προς αυτούς είπε· Τίνος υμών ο όνος ή ο βους θέλει πέσει εις φρέαρ, και δεν θέλει ευθύς ανασύρει αυτόν εν τη ημέρα του σαββάτου;
6Και δεν ηδυνήθησαν να αποκριθώσιν εις αυτόν προς ταύτα.
7Είπε δε παραβολήν προς τους κεκλημένους, επειδή παρετήρει πως εξέλεγον τας πρωτοκαθεδρίας, λέγων προς αυτούς.
8Όταν προσκληθής υπό τινός εις γάμους, μη καθήσης εις τον πρώτον τόπον, μήποτε είναι προσκεκλημένος υπ' αυτού εντιμότερός σου,
9και ελθών εκείνος, όστις εκάλεσε σε και αυτόν, σοι είπη· Δος τόπον εις τούτον· και τότε αρχίσης με αισχύνην να λαμβάνης τον έσχατον τόπον.
10Αλλ' όταν προσκληθής, ύπαγε και κάθησον εις τον έσχατον τόπον, διά να σοι είπη όταν έλθη εκείνος, όστις σε εκάλεσε· Φίλε, ανάβα ανωτέρω· τότε θέλεις έχει δόξαν ενώπιον των συγκαθημένων μετά σου. Παρ 25:6
11Διότι πας ο υψών εαυτόν θέλει ταπεινωθή και ο ταπεινών εαυτόν θέλει υψωθή.
12Έλεγε δε και προς εκείνον, όστις προσεκάλεσεν αυτόν. Όταν κάμνης γεύμα ή δείπνον, μη προσκάλει τους φίλους σου μηδέ τους αδελφούς σου μηδέ τους συγγενείς σου μηδέ γείτονας πλουσίους, μήποτε και αυτοί σε αντικαλέσωσι, και γείνη εις σε ανταπόδοσις.
13Αλλ' όταν κάμνης υποδοχήν, προσκάλει πτωχούς, βεβλαμμένους, χωλούς, τυφλούς,
14και θέλεις είσθαι μακάριος, διότι δεν έχουσι να σοι ανταποδώσωσιν· επειδή η ανταπόδοσις θέλει γείνει εις σε εν τη αναστάσει των δικαίων.
15Ακούσας δε ταύτα εις των συγκαθημένων, είπε προς αυτόν· Μακάριος όστις φάγη άρτον εν τη βασιλεία του Θεού.
16Ο δε είπε προς αυτόν· Άνθρωπος τις έκαμε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς·
17και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου διά να είπη προς τους κεκλημένους· Έρχεσθε, επειδή πάντα είναι ήδη έτοιμα.
18Και ήρχισαν πάντες με μίαν γνώμην να παραιτώνται. Ο πρώτος είπε προς αυτόν· Αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην να εξέλθω και να ίδω αυτόν· παρακαλώ σε, έχε με παρητημένον.
19Και άλλος είπεν· Ηγόρασα πέντε ζεύγη βοών, και υπάγω να δοκιμάσω αυτά· παρακαλώ σε, έχε με παρητημένον.
20και άλλος είπε· Γυναίκα ενυμφεύθην, και διά τούτο δεν δύναμαι να έλθω.
21Και ελθών ο δούλος εκείνος, απήγγειλε προς τον κύριον αυτού ταύτα. Τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης, είπε προς τον δούλον αυτού· Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και τας οδούς της πόλεως, και εισάγαγε εδώ τους πτωχούς και βεβλαμμένους και χωλούς και τυφλούς.
22Και είπεν ο δούλος· Κύριε, έγεινεν ως προσέταξας, και είναι έτι τόπος.
23Και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· Έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον να εισέλθωσι, διά να γεμισθή ο οίκός μου.
24Διότι σας λέγω ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων θέλει γευθή του δείπνου μου.
Powered by Evangelized Network