Ψαλμός μη' [48] 1-14
1. «Ωιδή Ψαλμού διά τους υιούς Κορέ.» Μέγας ο Κύριος και αινετός σφόδρα εν τη πόλει του Θεού ημών, τω όρει της αγιότητος αυτού.
2. Ωραίον την θέσιν, χαρά πάσης της γης, είναι το όρος Σιών, προς τα πλάγια του βορρά· η πόλις του Βασιλέως του μεγάλου·
3. ο Θεός εν τοις παλατίοις αυτής γνωρίζεται ως προπύργιον.
4. Διότι, ιδού, οι βασιλείς συνήχθησαν· διήλθον ομού.
5. Αυτοί, ως είδον, εθαύμασαν· εταράχθησαν και μετά σπουδής έφυγον.
6. Τρόμος συνέλαβεν αυτούς εκεί· πόνοι ως τικτούσης.
7. Δι' ανέμου ανατολικού συντρίβεις τα πλοία της Θαρσείς.
8. Καθώς ηκούσαμεν, ούτω και είδομεν εν τη πόλει του Κυρίου των δυνάμεων, εν τη πόλει του Θεού ημών· ο Θεός θέλει θεμελιώσει αυτήν εις τον αιώνα. Διάψαλμα.
9. Μελετώμεν, Θεέ, το έλεός σου εν μέσω του ναού σου.
10. Κατά το όνομά σου, Θεέ, ούτω και η αίνεσίς σου είναι έως των περάτων της γής· η δεξιά σου είναι πλήρης δικαιοσύνης.
11. Ας ευφραίνεται το όρος Σιών, ας αγάλλωνται αι θυγατέρες του Ιούδα διά τας κρίσεις σου.
12. Κυκλώσατε την Σιών και περιέλθετε αυτήν· αριθμήσατε τους πύργους αυτής.
13. Θέσατε την προσοχήν σας εις τα περιτειχίσματα αυτής· περιεργάσθητε τα παλάτια αυτής· διά να διηγήσθε εις γενεάν μεταγενεστέραν·
14. Διότι ούτος ο Θεός είναι ο Θεός ημών εις τον αιώνα του αιώνος· αυτός θέλει οδηγεί ημάς μέχρι θανάτου.
----------
Κατά Μάρκον ια' [11] 11-26
11. Και εισήλθεν ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα και εις το ιερόν· και αφού περιέβλεψε πάντα, επειδή η ώρα ήτο ήδη προς εσπέραν, εξήλθεν εις Βηθανίαν μετά των δώδεκα.
12. Και τη επαύριον, αφού εξήλθον από Βηθανίας, επείνασε·
13. και ιδών μακρόθεν συκήν έχουσαν φύλλα, ήλθεν αν τυχόν εύρη τι εν αυτή· και ελθών επ' αυτήν ουδέν εύρεν ειμή φύλλα· διότι δεν ήτο καιρός σύκων.
14. Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτήν· Μηδείς πλέον εις τον αιώνα να μη φάγη καρπόν από σου. Και ήκουον τούτο οι μαθηταί αυτού.
15. Και έρχονται εις Ιεροσόλυμα· και εισελθών ο Ιησούς εις το ιερόν, ήρχισε να εκβάλλη τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω ιερώ, και τας τραπέζας των αργυραμοιβών και τα καθίσματα των πωλούντων τας περιστεράς ανέτρεψε,
16. και δεν άφινε να περάση τις σκεύος διά του ιερού,
17. και εδίδασκε, λέγων προς αυτούς· Δεν είναι γεγραμμένον, ότι Ο οίκός μου θέλει ονομάζεσθαι οίκος προσευχής διά πάντα τα έθνη; σεις δε εκάμετε αυτόν σπήλαιον ληστών.
18. Και ήκουσαν οι γραμματείς και οι αρχιερείς και εζήτουν πως να απολέσωσιν αυτόν· διότι εφοβούντο αυτόν, επειδή πας ο όχλος εξεπλήττετο εις την διδαχήν αυτού.
19. Και ότε έγεινεν εσπέρα, εξήρχετο έξω της πόλεως.
20. Και το πρωΐ διαβαίνοντες είδον την συκήν εξηραμμένην εκ ριζών.
21. Και ενθυμηθείς ο Πέτρος, λέγει προς αυτόν· Ραββί, ίδε, η συκή, την οποίαν κατηράσθης, εξηράνθη.
22. Και αποκριθείς ο Ιησούς, λέγει προς αυτούς· Έχετε πίστιν Θεού.
23. Διότι αληθώς σας λέγω ότι όστις είπη προς το όρος τούτο, Σηκώθητε και ρίφθητι εις την θάλασσαν, και δεν διστάση εν τη καρδία αυτού, αλλά πιστεύση ότι εκείνα τα οποία λέγει γίνονται, θέλει γείνει εις αυτόν ό,τι εάν είπη.
24. Διά τούτο σας λέγω, Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς.
25. Και όταν ίστασθε προσευχόμενοι, συγχωρείτε εάν έχητέ τι κατά τινός, διά να συγχωρήση εις εσάς και ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς τα αμαρτήματά σας.
26. Αλλ' εάν σεις δεν συγχωρήτε, ουδέ ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς θέλει συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας.
----------
Αμήν
Powered by Evangelized Network